ποντικός

Κοινό όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται τα Τρωκτικά, που ανήκουν στην υποοικογένεια των μυϊνών, της μεγάλης οικογένειας των Μυϊδών. Μια τυπική μορφή των απλοδόντων αυτών είναι ο γνωστός κατοικίδιος ποντικός (mus musculus), που έχει μήκος 16-18 εκ. τα μισά των οποίων καταλαμβάνει η ουρά. Το τρίχωμα, συνήθως γκρίζο, μπορεί να ποικίλλει στο χρωματισμό, ανάλογα με το περιβάλλον και την ηλικία· αρκετά κοινή είναι η υπόλευκη μορφή. Ο π. αυτός είναι ιδιαίτερα διαδομένος σε όλες τις περιοχές όπου κατοικεί ο άνθρωπος, είναι πολυτόκος και μπορεί να αναπαραχθεί και με συνθήκες θερμοκρασίας πολύ δυσμενείς για άλλα θηλαστικά. Ύστερα από κύηση 18-20 ημερών, γενικά κάθε τρεις μήνες, εκτός από το χειμώνα, το θηλυκό γεννά 4-10 μικρά χωρίς τρίχωμα και με μάτια κλειστά· η ανάπτυξη είναι γρήγορη, έτσι που ύστερα από 2,5-3 μήνες, ο π. αυτός μπορεί κιόλας να αναπαραχθεί. Σε σχέση με τους Επίμυες, το τρωκτικό αυτό είναι λιγότερο επιβλαβές για την ανθρώπινη οικονομία και μεταδίδει λιγότερο συχνά λοιμώδεις ασθένειες. Όμοια είδη, που άλλοτε περιλαμβάνονταν στο γένος leggada, είναι οι π. της ζούγκλας, διαδεδομένοι στην Ινδία, στη Βιρμανία και σε μερικές περιοχές της Αφρικής· ένας απ’ αυτούς, ο leggada booduga, που ζει στη δυτική Ινδία, έχει μήκος λίγο μικρότερο των 10 εκ., 4 από τα oποία καταλαμβάνει η ουρά. Παρών σε όλη την Ευρώπη και σε εκτεταμένες περιοχές της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής είναι οάγριος π.(apodemus sylvaticus), που έχει μήκος 10 περίπου εκ., από το άκρο του ρύγχους ως την ουρά. Αυτός τρέφεται προπάντων με σπόρους και καρπούς και χαρακτηρίζεται από το βάδισμα με μικρά πηδήματα. Οπ. ο αγροδίαιτος(apodemus agrarius), διαδεδομένος με μερικά υποείδη, από την κεντρική Ευρώπη έως την Κίνα, είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο και το τρίχωμα του είναι από πάνω ξανθό με μια λεπτή σκούρα λωρίδα από το μέτωπο ως την αρχή της ουράς. Στην περιοχή που εκτείνεται από τη Μεγάλη Βρετανία έως την ανατολική Ασία, ζει ο π. των ορυζώνων ή νάνος(micromys minutus), που έχει συνολικό μήκος μόνο 12 εκ. Τα μέρη που προτιμά να ζει είναι αγροί δημητριακών και κάθε ζώνη με ποώδη βλάστηση. Ο μικρός αυτός π., που τρέφεται προπάντων με σπόρους, είναι καλός κολυμβητής. Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής κατασκευάζει μια σφαιροειδή φωλιά που γενικά κρέμεται από το μίσχο ενός φυτού σε ύψος 0,50-1 μ. από το έδαφος. Στην ίδια οικογένεια των Μυιδών και στην υπόταξη των Απλόδοντων ανήκει άλλος ένας π., ο rattus rattus, που προέρχεται από την Ασία, διαδόθηκε στην Ευρώπη κατά το 12o αι. και από το 16o αι. και ύστερα εμφανίστηκε στην Αφρική, στην Αμερική και, τέλος, στην Αυστραλία, εξαιτίας των ολοένα και περισσότερων θαλάσσιων διακινήσεων. Ο π. αυτός, μήκους 21 εκ., χωρίς την ουρά, έχει χρώμα που ποικίλλει από το πολύ σκούρο καφέ ως το γκρίζο κοκκινωπό στα ανώτερα τμήματα και στο κάτω μέρος ο χρωματισμός είναι πολύ πιο ανοιχτός και μερικές φορές λευκός. Εξαιρετικά αδηφάγος και πολυτόκος, ο π. αυτός είναι επιβλαβής για την ανθρώπινη οικονομία, επειδή καταστρέφει τεράστιες ποσότητες ειδών διατροφής. Εξάλλου, αποτελεί σοβαρό κίνδυνο και για τον άνθρωπο, επειδή μεταδίδει μικρόβια βαριών ασθενειών όπως η πανούκλα, ο κίτρινος πυρετός, η λύσσα και η τριχινίαση. Πολύ βλαβερός και εξίσου επικίνδυνος είναι ο π. των υπονόμων(rattus norvegicus), που διαφέρει από τον προηγούμενο, εξαιτίας των μεγαλύτερων διαστάσεων και του χρώματος του τριχώματος, που είναι γκριζωπό και αραιότερο. Ο π. αυτός, που προσαρμόζεται σε κάθε περιβάλλον, ζει κατά προτίμηση στις τάφρους και στους αγωγούς των υπονόμων. Προερχόμενος από την Ασία, διαδόθηκε ταχύτατα στην Ευρώπη μόνο κατά το πρώτο μισό του 18ου αι. και σήμερα απαντάται κατά μεγάλους αριθμούς σε όλες τις ηπείρους. Ο πασίγνωστος κατοικίδιος ποντικός (mus musculus), εξαιρετικά πολύτοκος, βρίσκεται παντού όπου υπάρχει ανθρώπινος οικισμός. Ποντικός των ορυζώνων (micromys minutus) κοντά στη φωλιά του. Ένα είδος της μεγάλης οικογένειας ποντικών (rattus rattus), που είναι διαδομένο και στις πέντε ηπείρους και είναι αδηφάγος και πολύ γόνιμος. Στα επιστημονικά εργαστήρια χρησιμοποιούνται ποντικοί ως πειραματόζωα: ποντικός στο εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Πρίνστον (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
(I)
-ή, -ον, ΜΑ [πόντος]
μσν.
το αρσ. ως ουσ.ποντικός
η νυφίτσα
αρχ.
1. ο σχετικός με τον Πόντο ή αυτός που προέρχεται από τον Πόντο
2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Ποντικός
ονομασία ενός μήνα στη Γορτυνία
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ποντικόν
είδος οπωροφόρου δένδρου στη Σκυθία, πιθ. η δαμασκηνιά
4. φρ. α) «Ποντικὴ ῥίζα» — η γλυκόρριζα
β) «Ποντικὸν κάρυον» — το λεπτοκάρυον
γ) «ρέον Ποντικόν» — το φαρμακευτικό φυτό ρήον, *το ραβέντι
δ) «μῡς ὁ Ποντικὸς ὁ λευκός» — είδος νυφίτσας.
————————
(II)
ο, ΝΜ
1. ζωολ. γενική κοινή ονομασία μυόμορφων τρωκτικών τής οικογένειας muridae, με μακριά ουρά, αιχμηρό ρύγχος, μεγάλα μάτια και πτερύγια τών αφτιών και με λείο τρίχωμα, το ποντίκι
2. ο μυς τού σώματος, ο μυώνας («μύες δὲ σάρκες συνεστραμμέναι καὶ νευρώδεις, ἃς οἱ κοινολεκτοῡντες ποντικοὺς φασί, μεταληπτικῷ τινι τρόπῳ
Μύας γὰρ ἱστορουμένους Ποντικούς, ἐκεῖθεν τοὺς ἐπὶ σαρκῶν μύας οὕτως ὀνομάζειν διακρίνουσι», Ευστ.)
νεοελλ.
1. φρ. «σιγά μη στάξει η ουρά τού ποντικού» — λέγεται για εκείνους που ασχολούνται με επουσιώδη και ασήμαντα πράγματα
2. παροιμ. α) «ο ποντικός στην τρύπα του δε χώραγε, έσερνε και κολοκύθια» — λέγεται για εκείνους που αναλαμβάνουν υποχρεώσεις ανώτερες από τις δυνάμεις τους
β) «ένας ποντικός έφαγε τ' αλεύρι, όλοι το φάγανε» ή «ένας ποντικός τρύπησε το σακί το αλεύρι, οι ποντικοί το φάγανε» — ένας είναι ο πραγματικός ένοχος, όμως ενοχοποιείται το σύνολο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αποτελεί ουσιαστικοποιημένο τ. τού επιθ. ποντικός (μῦς) «είδος νυφίτσας» (< Πόντος). Κατ' άλλη άποψη, όμως, το επίθ. ποντικός (μῦς) προέρχεται από το προσηγορικό πόντος
και έχει τη γενικότερη σημ. «θαλάσσιος μυς τών πλοίων». Η λ. χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως επιθετ. προσδ., ενώ στη συνέχεια ουσιαστικοποιήθηκε κατά παράλειψη τής λ. μῦς (πρβλ. και αρουραίος < ἀρουραῖος μῦς). Για τη σημ. τής λ. «μυς τού σώματος» βλ. λ. μυς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ποντικός — from Pontus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποντικός — [понтикос] ουσ. а. мышь, крыса, мускул …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ποντικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον πόντο (θάλασσα), ο θαλασσινός. 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην περιοχή του Πόντου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαγα(μ)πόντικος — η, ο επίρρ. α (λ. ιταλ.), πονηρός, κατεργάρικος: Μου συμπεριφέρθηκε μπαγαπόντικα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ποντικά — Ποντικός from Pontus neut nom/voc/acc pl Ποντικά̱ , Ποντικός from Pontus fem nom/voc/acc dual Ποντικά̱ , Ποντικός from Pontus fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποντικῶν — Ποντικός from Pontus fem gen pl Ποντικός from Pontus masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποντικόν — Ποντικός from Pontus masc acc sg Ποντικός from Pontus neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποντικαῖς — Ποντικός from Pontus fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποντικοῖς — Ποντικός from Pontus masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποντικοί — Ποντικός from Pontus masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.